1. Στις περιπτώσεις των αυτεπαγγέλτως διωκομένων εγκλημάτων, εξαιρουμένων των κακουργημάτων:
α) που απειλούνται και με ποινή ισόβιας κάθειρξης και
β) που προβλέπονται στο άρθρο 187Α ΠΚ και στο δέκατο ένατο κεφάλαιο του ΠΚ, ο κατηγορούμενος δικαιούται μέχρι την τυπική περάτωση της κύριας ανάκρισης ή της προανάκρισης να ζητήσει εγγράφως ο ίδιος ή διά του συνηγόρου του την έναρξη της διαδικασίας ποινικής διαπραγμάτευσης, αντικείμενο της οποίας μπορεί να είναι μόνο η επιβλητέα κύρια ή παρεπόμενη ποινή.
2. Μετά την υποβολή του ανωτέρω αιτήματος η δικογραφία διαβιβάζεται επί μεν των πλημμελημάτων στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών επί δε των κακουργημάτων στον εισαγγελέα εφετών, οι οποίοι οφείλουν να κρίνουν αν η συγκεκριμένη ποινική υπόθεση είναι, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων τέλεσης της πράξης και της προσωπικότητας του κατηγορουμένου, κατάλληλη προς διαπραγμάτευση. Προς τον σκοπό αυτό ο εισαγγελέας καλεί υποχρεωτικά τον κατηγορούμενο να εμφανισθεί ενώπιόν του μετά ή δια συνηγόρου και, αν το κρίνει αναγκαίο, τον παθόντα μετά ή δια συνηγόρου. Αν ο κατηγορούμενος δεν έχει συνήγορο ο εισαγγελέας του διορίζει υποχρεωτικά από τον σχετικό πίνακα του οικείου δικηγορικού συλλόγου. Στα εγκλήματα της παρ. 1 του άρθρου 301 ο εισαγγελέας δικαιούται κατά την κρίση του να εξαρτήσει την έναρξη της διαπραγμάτευσης, από την πλήρη αποκατάσταση της ζημίας ή από τη σοβαρή προσπάθεια του υπαιτίου να αποκαταστήσει τη ζημία.
3. Αν δεν επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ του εισαγγελέα και του κατηγορουμένου, η ποινική διαδικασία συνεχίζεται κανονικά. Η γραπτή αίτηση του κατηγορουμένου θεωρείται ως ουδέποτε υποβληθείσα, καταστρέφεται με το οικείο υλικό και τυχόν αντίγραφά της δεν λαμβάνονται υπόψη σε κανένα στάδιο της δίκης και σε καμία άλλη διαδικασία.
4. Αν ο κατηγορούμενος, αφού λάβει γνώση των στοιχείων της δικογραφίας, συμφωνήσει με τον εισαγγελέα την επιβλητέα ποινή, συντάσσεται πρακτικό διαπραγμάτευσης, που υπογράφεται από τον εισαγγελέα και από τον κατηγορούμενο και τον παριστάμενο συνήγορό του. Το πρακτικό διαπραγμάτευσης περιέχει την ομολογία του κατηγορουμένου για την πράξη για την οποία κατηγορείται, την συμφωνηθείσα ποινή καθώς και τον τρόπο έκτισής της. Η προτεινόμενη ποινή καθορίζεται με βάση την απαξία, τις συνθήκες τέλεσης της πράξης, τον βαθμό της υπαιτιότητας καθώς και την προσωπικότητα και τους οικονομικούς όρους του κατηγορουμένου και δεν μπορεί να υπερβεί τα πέντε έτη φυλάκισης στα κακουργήματα που τιμωρούνται με κάθειρξη μέχρι δέκα έτη, τα επτά έτη στα κακουργήματα που τιμωρούνται με κάθειρξη άνω των δέκα ετών, και τα δύο έτη στα πλημμελήματα, ούτε μπορεί να είναι κατώτερη των δύο ετών στα κακουργήματα που τιμωρούνται με πρόσκαιρη κάθειρξη. Για την αναστολή ή μετατροπή της προτεινόμενης ποινής σε παροχή κοινωφελούς εργασίας ισχύουν οι διατάξεις των άρθρων 99, 100, 104Α και 105Α ΠΚ. Στο πρακτικό διαπραγμάτευσης ορίζεται υποχρεωτικά πληρεξούσιος δικηγόρος και αντίκλητος του κατηγορουμένου, στον οποίο παρέχεται η εντολή να τον εκπροσωπήσει στο ακροατήριο.
5. Αν το πρακτικό διαπραγμάτευσης συνταχθεί πριν από την απολογία του κατηγορουμένου η ανάκριση θεωρείται περατωμένη ως προς αυτόν, εκτός αν ο εισαγγελέας θεωρεί ότι συντρέχει περίπτωση να επιβληθούν περιοριστικοί όροι, οπότε ο ανακριτής λαμβάνει απολογία του κατηγορουμένου, μετά την οποία ο ανακριτής μπορεί να αφήσει τον κατηγορούμενο ελεύθερο ή να εκδώσει διάταξη για την επιβολή περιοριστικών όρων κατά τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 283. Αν το πρακτικό διαπραγμάτευσης συνταχθεί μετά την απολογία του κατηγορουμένου, ο εισαγγελέας μπορεί με διάταξή του να άρει ή να αντικαταστήσει τα μέτρα δικονομικού καταναγκασμού που τυχόν έχουν επιβληθεί στον κατηγορούμενο. Η διαδικασία του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζεται και η δικογραφία χωρίζεται με πράξη του ανακριτή ως προς τους κατηγορουμένους, για τους οποίους δεν έχει συνταχθεί πρακτικό διαπραγμάτευσης και ως προς τα συρρέοντα εγκλήματα που δεν περιλαμβάνονται σε εκείνα της παρ. 1.Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 302 ισχύουν αναλόγως.
6. Μέσα σε πέντε ημέρες από τη σύνταξη του πρακτικού διαπραγμάτευσης, η υπόθεση εισάγεται με απευθείας κλήση στο Μονομελές Εφετείο επί κακουργημάτων και στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο επί πλημμελημάτων. Στον απόντα κατηγορούμενο ορίζεται υποχρεωτικά ως συνήγορος ο αναφερόμενος στο πρακτικό διαπραγμάτευσης και αν αυτός κωλύεται άλλος συνήγορος από τον πίνακα του οικείου δικηγορικού συλλόγου. Το δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση κηρύσσει ένοχο τον κατηγορούμενο βάσει του πρακτικού διαπραγμάτευσης και των στοιχείων της δικογραφίας και επιβάλλει σε αυτόν, εφαρμόζοντας τα κριτήρια του άρθρου 79 ΠΚ ποινή, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει την συμφωνηθείσα μεταξύ εισαγγελέα και κατηγορούμενου. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, χωρίς να δεσμεύεται από το πρακτικό διαπραγμάτευσης, τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 368 περ. β΄ και γ΄ και δικαιούται να μεταβάλλει τον νομικό χαρακτηρισμό της πράξης μόνο προς όφελος του κατηγορουμένου.
7. Διαπραγμάτευση μπορεί να γίνει και στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, με αίτηση του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του, που έχει ειδική προς τούτο εξουσιοδότηση που καταχωρείται στο ειδικό πρακτικό κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 141 παρ. 4. Στην περίπτωση αυτή η διαπραγμάτευση διεξάγεται μεταξύ του κατηγορουμένου και του εισαγγελέα της έδρας. Αν ο κατηγορούμενος δεν έχει συνήγορο, το δικαστήριο του διορίζει υποχρεωτικά από τον σχετικό πίνακα του οικείου δικηγορικού συλλόγου. Η υποβολή του αιτήματος διαπραγμάτευσης δεν αποτελεί υποχρεωτικό λόγο αναβολής της δίκης, μπορεί όμως το δικαστήριο να διακόψει τη συζήτηση και να τάξει προθεσμία έως δεκαπέντε ημερών για τη σύνταξη του πρακτικού διαπραγμάτευσης σύμφωνα με την παράγραφο 4. Αν δεν επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ του εισαγγελέα και του κατηγορουμένου, εφαρμόζεται αναλόγως η παρ. 4 του άρθρου 302.8. Σε περίπτωση συρροής εγκλημάτων η διαπραγμάτευση μπορεί να αφορά ένα ή περισσότερα από αυτά.9. Κατά της απόφασης του δικαστηρίου χωρεί μόνο αναίρεση.
Τα κακουργήματα της υπεξαίρεσης, απάτης, απάτης με υπολογιστή, απιστίας και τοκογλυφίας είναι λόγω του ύψους της ύψους της προβλεπόμενης ποινής (κάθειρξη μέχρι δέκα έτη) είναι ταυτοχρόνως δεκτικά και ποινικής διαπραγμάτευσης είναι συγχρόνως και δεκτικά ποινικής συνδιαλλαγής κατ’ α. 308Β ΚΠΔ. Στο σχ ΚΠΔ οι δύο θεσμοί (ποινική διαπραγμάτευση – ποινική συνδιαλλαγή) συνυπάρχουν αυτοτελώς χωρίς να ρυθμίζεται η μεταξύ τους σχέση στο κοινό πεδίο εφαρμογής τους. Αυτό σημαίνει ότι στα προαναφερθέντα εγκλήματα παρέχεται στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να διαπραγματεύεται με τον Εισαγγελέα το ύψος της ποινής χωρίς να έχει αποκαταστήσει εν όλω ή εν μέρει την επελθούσα ζημία. Η ποινική συνδιαλλαγή φαίνεται επωφελέστερη για τον κατηγορούμενο από την ποινική διαπραγμάτευση, αφού στην πρώτη η ανώτατη ποινή που μπορεί να επιβληθεί είναι τρία έτη, ενώ στη δεύτερη έξι έτη (3/5 των 10 ετών). Ενόψει όμως του ότι η συμφωνηθείσα κατόπιν διαπραγμάτευσης ποινή φυλάκισης των 5 ετών αναστέλλεται υποχρεωτικά, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του α. 99 ΠΚ και δυνητικά και κάθε άλλη περίπτωση (α. 45Γ παρ. 7) δεν αποκλείεται ο κατηγορούμενος να αποφασίσει κατόπιν σταθμίσεως ότι είναι προτιμότερο γι’ αυτόν να του επιβληθεί μία ποινή μεγαλύτερη των τριών ετών με ισχυρή πιθανότητα αναστολής και να διατηρήσει το παράνομο όφελος εκ του εγκλήματος αντί να αποκαταστήσει τη ζημία υπαγόμενος στη διαδικασία του α. 308Β ΚΠΔ. Για το λόγο αυτό θα ήταν ενδεδειγμένο να προβλεφθεί η δυνατότητα του Εισαγγελέα Εφετών να εξαρτήσει την έναρξη διαπραγματεύσεων από την προσπάθεια του κατηγορουμένου να αποκαταστήσει στο μέτρο των οικονομικών δυνατοτήτων την επενεχθείσα ζημία. Δι’ αυτού του τρόπου οι θεσμοί της ποινικής διαπραγμάτευσης και της ποινικής συνδιαλλαγής θα μπορούσαν να συνδυασθούν για την επίτευξη του καλύτερου δυνατού αποτελέσματος.
Ποινική Συνδιαλαγή.
Με τα άρθρα 45Β και 45Γ σχ ΚΠΔ εισάγεται για πρώτη φορά στην ελληνική έννομη τάξη ο αγγλοσαξωνικής προελεύσεως θεσμός του pleabargaining, στον οποίον ο κατηγορούμενος συνδιαλέγεται απευθείας με τις δικαστικές αρχές με αντικείμενο διαπραγμάτευσης την αποδοχή ή έστω τη μη εναντίωση στην σε βάρος του κατηγορία με αντάλλαγμα την επιβολή ηπιώτερης ποινής. Ακριβέστερη θα ήταν η απόδοση του pleabargaining με τον όρο “ποινική διαπραγμάτευση”, ο οποίος επιτρέπει την ορολογική διάκριση του νέου θεσμού από τον συγγενή, αλλά διαφορετικό θεσμό της «ποινικής συνδιαλλαγής», η οποία επέρχεται με συμφωνία του κατηγορουμένου με τον παθόντα (και όχι με τις δικαστικές αρχές) για άρση των συνεπειών του εγκλήματος. Βάσει των ανωτέρω ο χρησιμοποιούμενος στα άρθρα 45 Β και 45 Γ όρος “ποινική συνδιαλλαγή” δημιουργεί σύγχυση, αφού ο ίδιος ακριβώς χρησιμοποιείται στο ήδη ισχύον και διατηρούμενο στο σχΚΠΔ άρθρο 308Β ΚΠΔ, όπου όμως ρυθμίζεται το εντελώς διαφορετικό ζήτημα της επιεικούς ποινικής μεταχείρισης λόγω πλήρους αποκαταστάσεως της επελθούσας ζημίας.
ΒΑΣΙΛΗΣ ΝΟΥΛΕΖΑΣ
Δικηγόρος






